Πρόταση της ΚΙΠΑΝ στο 13ο Συνέδριο (Φεβρουάριος 2017) για το πρόγραμμα δράσης της ΠΟΣΔΕΠ 2017-2018

 

ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ ΠΟΣΔΕΠ 2017-2018

Φεβρουάριος 2017

Το 13ο Συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ πραγματοποιείται σε μια κρίσιμη καμπή για τη χώρα και την ελληνική οικονομία. Στην κοινωνία, η πολιτική που ασκείται χαρακτηρίζεται από την αδιέξοδη λιτότητα, των μειώσεων των μισθών των εργαζομένων και των συντάξεων, και της προσπάθειας ελέγχου και χειραγώγησης των ΜΜΕ και της δικαιοσύνης. Οι σκληρές περιοριστικές πολιτικές που συνεχίζουν να ασκούνται δεν παράγουν ανάπτυξη, οδηγούν την οικονομία σε μαρασμό και μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού στην φτώχεια. Απαιτείται άλλη οικονομική και κοινωνική πολιτική που θα στηρίζεται σε ένα συνολικό συμφωνημένο από την κοινωνία σχέδιο εξόδου από την βαθειά κοινωνική και οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα. Ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας με πραγματικές μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονιστικές τομές στην κοινωνία και στην οικονομία, που θα στηρίζουν και θα κινητοποιούν τις υγιείς παραγωγικές και επιχειρηματικές δυνάμεις της χώρας, σε ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, και θα οδηγούν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και στην οικονομική ανάπτυξη. Για εμάς το σχέδιο αυτό περνάει πρώτα και κύρια από την ανασυγκρότηση της εκπαίδευσης και την συστηματική επένδυση στην έρευνα και την καινοτομία.  Πρέπει επιτέλους το πολιτικό σύστημα της χώρας να κατανοήσει ότι χωρίς επένδυση στη γνώση, στην έρευνα και στην καινοτομία, σταθερή οικονομική ανάπτυξη και έξοδος από την οικονομική κρίση δεν μπορεί να υπάρξουν.

Η Ανώτατη Εκπαίδευση είναι πηγή διανοητικού πλούτου, καινοτομίας και θέσεων εργασίας. Επιδιώκουμε η χώρα μας να είναι στρατηγικά εναρμονισμένη με τις σύγχρονες ευρωπαϊκές τάσεις οργάνωσης της τριτοβάθμιας και μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Αναφερόμαστε στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο εκπαίδευσης, δημόσιο και ιδιωτικό. Με έμφαση στην εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού πανεπιστημίου και παραγωγική αξιοποίηση της πανεπιστημιακής έρευνας. Για τούτο και επιδιώκουμε την Ανάπτυξη ενός Ενιαίου Εθνικού Στρατηγικού Σχεδιασμού για την Ανώτατη Εκπαίδευση, την Έρευνα και την Καινοτομία.

Σήμερα πιστεύουμε ότι τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα μας και κατ´ επέκταση τα πανεπιστήμια μας επιβάλουν ευρύτερες συναινέσεις και το ξεπέρασμα μικρο-παραταξιακών σκοπιμοτήτων που δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στην λειτουργία της ομοσπονδίας την περασμένη διετία. Η αναβάθμιση της λειτουργίας της Ομοσπονδίας, η βελτίωση της μισθολογικής και επαγγελματικής κατάστασης των μελών ΔΕΠ, η κάλυψη των απαραίτητων εκπαιδευτικών, ερευνητικών και λειτουργικών αναγκών των ιδρυμάτων, η διαμόρφωση ενός πλαισίου χρηματοδότησης της έρευνας, η βελτίωση του ακαδημαϊκού πλαισίου λειτουργίας των ΑΕΙ και η αναδιάρθρωση του χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης, πρέπει να είναι ο πυρήνας των θέσεων και του προγραμματισμού δράσης της ΠΟΣΔΕΠ για τη διετία 2017-18.

Η δημοσιονομική κρίση και η χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων

Η αδυναμία αντιμετώπισης ή έστω διαχείρισης της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης της χώρας δημιουργεί μια ασφυκτική οικονομική πραγματικότητα στα Πανεπιστήμια, με περιορισμό των προϋπολογισμών τους, με οριακούς για τη λειτουργία τους διορισμούς νέων Καθηγητών, με τη δραστική περικοπή των ήδη χαμηλών αμοιβών των καθηγητών και με την παντελή έλλειψη προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Είναι ανεπαρκείς οι πόροι που διατίθενται, όχι για να εξελίξουν αλλά ακόμη και για να συντηρήσουν απλώς τις υπάρχουσες υποδομές σε λειτουργικό επίπεδο.

Η πρωτοφανής απώλεια ανθρώπινου δυναμικού και πνευματικού κεφαλαίου στην γνώση και στην επιστήμη  επιβάλλει μια νέα εθνική συναίνεση : είναι καιρός να βγάλουμε την Παιδεία από τα μνημόνια, και να τη θεωρήσουμε ως μακροπρόθεσμο μοχλό ανάπτυξης της χώρας. Ο επαναπατρισμός και η ευρύτερη αξιοποίηση του ακαδημαϊκού κεφαλαίου που έχει πάρει το δρόμο της ξενιτιάς αποτελεί προτεραιότητα. Το Πανεπιστήμιο έχει ανάγκη από την ελπίδα, την ενέργεια, τη δύναμη των νέων επιστημόνων.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει:

• Η Πολιτεία να εξασφαλίσει την επαρκή χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων, χρησιμοποιώντας ως κριτήρια κατάλληλους δείκτες απόδοσης και επίδοσης βασισμένους σε στόχους, τα αποτελέσματα της αξιολόγησης με ακαδημαϊκά κριτήρια και την κοινωνική λογοδοσία. Να λειτουργήσει η σχέση Χρηματοδότηση- Αξιολόγηση-Λογοδοσία στα ΑΕΙ δια μέσου και των προγραμματικών συμφωνιών, κεντρικά και με τις περιφέρειες

• Η Πολιτεία σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια να διαμορφώσει το πλαίσιο ώστε να μπορούν τα Πανεπιστήμια υπό συνθήκες διαφάνειας και λογοδοσίας να αξιοποιήσουν στο έπακρο τους πόρους τους, αλλά και να αναζητήσουν και διασφαλίσουν νέους πόρους και πηγές χρηματοδότησης από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο. Να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις, ώστε οι προϋπολογισμοί των πανεπιστημίων να διαμορφώνονται ανά Σχολή ή και σε επίπεδο ακαδημαϊκής μονάδας.

• Να καταρτιστεί ένα σχέδιο ανάκτησης των χαμένων θέσεων Καθηγητών και επιστημονικού και διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, που θα αποκαθιστά τις βασικές εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες των Πανεπιστημίων σε επίπεδα αντίστοιχα με τις σημερινές ανάγκες και τις διεθνείς προκλήσεις.

• Να αποκατασταθεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη αξιοπρεπής αμοιβή των Πανεπιστημιακών Καθηγητών, αντίστοιχη με την πολυετή εκπαίδευσή τους, με το έργο που επιτελούν, με το λειτούργημα που υπηρετούν και τη διεθνή πραγματικότητα μέσα στην οποία καλούνται να υπάρξουν αλλά και να ανταγωνισθούν.  Υπάρχει  πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης για τη συνεχιζόμενη εφαρμογή νόμων που έχουν κριθεί αντισυνταγματικοί με απόφαση του ΣτΕ, και συγκεκριμένα των αντισυνταγματικών διατάξεων του ν. 4093/2012 με τις οποίες περικόπηκαν οι αποδοχές των πανεπιστημιακών καθηγητών. Η ομοσπονδία θα διεκδικήσει τη κατάρτιση ενός νέου ειδικού μισθολογίου το οποίο να αποκαθιστά πλήρως τις αποδοχές των πανεπιστημιακών καθηγητών στα επίπεδα του 2012 με βάση το πλαίσιο θέσεων της ΠΟΣΔΕΠ και σύμφωνα με την απόφαση 4741/2014 του ΣτΕ.

Το θεσμικό πλαίσιο

Η ακαδημαϊκή αυτονομία, η αυτοτέλεια και η αυτοδιοίκηση είναι συνταγματικές συνιστώσες του Δημόσιου Πανεπιστημίου και αποτελούν πάγια αιτήματα της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Για να μπορέσει το Πανεπιστήμιο να ανταπεξέλθει στον ρόλο του, απαιτείται το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο που θα του επιτρέπει να λειτουργεί χωρίς τις αγκυλώσεις του παρελθόντος. Ο Νόμος 4009/2011 ήταν μια σωστή αφετηρία στη κατεύθυνση αυτή. Δεν έχει αξιολογηθεί η εμπειρία από την εφαρμογή αυτού του νόμου για την Ανώτατη Εκπαίδευση, που θα μας έδινε τη δυνατότητα να καταγράψουμε φαινόμενα δυσλειτουργίας και να σχεδιάσουμε κατάλληλες διορθωτικές παρεμβάσεις, αλλά και παρεμβάσεις ενίσχυσης και διεύρυνσης των ρυθμίσεων που έδειξαν ότι έχουν θετική επίδραση. Η αποτίμηση της πρώτης προσπάθειας εφαρμογής αυτού του θεσμικού πλαισίου δεν μπορεί παρά να λαμβάνει υπόψη και την αντίδραση που αυτό είχε τόσο κατά τη νομοθέτησή του με τις πολλές τροποποιήσεις του, αλλά και στη φάση υλοποίησής του. Χρειάζεται να επιμείνουμε σε προσπάθειες μετεξέλιξής του, μέσα από την εμπειρία εφαρμογής του σε ένα ακόμη πιο σύγχρονο και αποτελεσματικό πλαίσιο, παρά την αποδυνάμωση και αλλαγή που έχει υποστεί από τις διαρκείς, σημαντικές και πρόωρες αναιρέσεις σε κομβικά σημεία του (τροποποιήσεις με τους Νόμους 4076/2012 και 4115/2013 και πλείστες όσες της παρούσας κυβέρνησης).  Σε κάθε περίπτωση, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για το θεσμικό πλαίσιο των πανεπιστημίων θα πρέπει να κατατείνουν στην βελτίωση του υπάρχοντος πλαισίου στην κατεύθυνση της εναρμόνισης του με τα ευρωπαϊκά δεδομένα και να είναι αποτέλεσμα ουσιαστικού διαλόγου με την πανεπιστημιακή κοινότητα. Το Υπουργείο Παιδείας οφείλει επιτέλους να σταματήσει να ρυθμίζει το θεσμικό πλαίσιο της ανώτατης εκπαίδευσης με διατάξεις σε άσχετους νόμους και αποσπασματικές τροπολογίες επί τροπολογιών της τελευταίας στιγμής, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία απολύτως συζήτηση μέσα στη Βουλή και διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς.

Στο πλαίσιο αυτό επιμένουμε ότι:

• Πρέπει να ενισχυθεί η ουσιαστική αυτοτέλεια της διοίκησης και της λειτουργίας των ΑΕΙ, με την περαιτέρω ενίσχυση της ευθύνης του σώματος των Καθηγητών στη λήψη των κρίσιμων αποφάσεων για τα Ιδρύματά τους. Είναι αναγκαίο να συνταχθούν το συντομότερο οι Εσωτερικοί Κανονισμοί των Ιδρυμάτων, οι οποίοι εξειδικεύουν τους κανόνες λειτουργίας και οργάνωσής τους.

• Πρέπει να αποσαφηνιστεί ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των διαφορετικών οργάνων (Σύγκλητος και Συμβούλιο Ιδρύματος) στην ανάπτυξη του Πανεπιστημίου, στη διοίκηση, στη διαχείριση και εξασφάλιση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων για τη λειτουργία του.

• Πρέπει να αναβαθμιστεί η λειτουργία της Κοσμητείας και της Σχολής, έτσι ώστε να ενισχυθεί η συνέργεια μεταξύ Τμημάτων, στο εκπαιδευτικό και ερευνητικό πεδίο.

• Πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι το πανεπιστημιακό άσυλο κατοχυρώνει την ελευθερία των ιδεών και της δημιουργικής σκέψης και δεν αποτελεί προπέτασμα πίσω από το οποίο ανθούν έκνομες δραστηριότητες, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται αμελλητί από τα αρμόδια όργανα της πολιτείας.

Η εκπαίδευση και τα φοιτητικά θέματα

Στο όνομα δήθεν κοινωνικής πολιτικής, επιβάλλονται παράνομες μετεγγραφές, αυξάνονται οι εισακτέοι στα πανεπιστήμια και καθιερώνονται έκτακτες εξεταστικές περίοδοι, μετατρέποντας τα Πανεπιστήμια σε εξεταστικά κέντρα και δυσχεραίνοντας περαιτέρω τις προσπάθειες για διατήρηση της ποιότητας των προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών.

Η ΠΟΣΔΕΠ θεωρεί ότι είναι απαραίτητη η οργάνωση δομών και θεσμών που ενισχύουν την αριστεία στις Προπτυχιακές, Μεταπτυχιακές, Διδακτορικές, Μετα-διδακτορικές σπουδές και στη  Δια Βίου Εκπαίδευση.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να:

• εφαρμοστούν άμεσα διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης των σπουδών και των πτυχίων που παρέχονται.

• διευκολυνθεί η θέσπιση διατμηματικών και διασχολικών προγραμμάτων σπουδών, που να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες εξελίξεις της επιστήμης.

• διαμορφωθεί ένα σταθερό πλαίσιο για τον καθορισμό του αριθμού των εισαγομένων φοιτητών σε κάθε πρόγραμμα σπουδών, με συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι το διδακτικό και λοιπό προσωπικό, οι υποδομές και η χρηματοδότηση. Η γνώμη των Σχολών θα πρέπει να έχει βαρύνουσα σημασία στην τελική διαμόρφωση του αριθμού των εισακτέων.

• καταργηθεί το αντιακαδημαϊκό και παγκόσμιας μοναδικότητας μέτρο των μετεγγραφών των φοιτητών, εκτός –ενδεχομένως- από πολύ ειδικές περιπτώσεις.

Η ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας

Η έρευνα που διεξάγεται στα Πανεπιστήμια και στα Ερευνητικά Κέντρα συνεχώς συμπιέζεται από την έλλειψη πόρων από εθνικές πηγές, από την έλλειψη σταθερού θεσμικού πλαισίου για την έρευνα, με τις συχνές αναθεωρήσεις του σχετικού νόμου, από την έλλειψη ενός σταθερού,  γνωστού σε όλους και τακτικού χρηματοδοτικού πλαισίου, ανεξάρτητα από το ύψος της χρηματοδότησης. Παρά ταύτα, οι δείκτες επίδοσης των Ελληνικών Πανεπιστημίων και των Ερευνητικών Κέντρων, χάρις στην αυταπάρνηση καθηγητών και ερευνητών,  παραμένουν θετικοί στις διάφορες διεθνείς αξιολογήσεις.

Η ΠΟΣΔΕΠ τάσσεται υπέρ του εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου της Έρευνας και υπέρ της εγκαθίδρυσης ενός σταθερού με κρυστάλλινη  διαφάνεια χρηματοδοτικού περιβάλλοντος, που θα ενισχύουν τη Βασική, την Εφαρμοσμένη Έρευνα και την Καινοτομία σε όλες τις Επιστήμες. Παράλληλα, θα πρέπει να διευκολυνθεί η συνεργασία των Ελληνικών Πανεπιστημίων με άλλα Πανεπιστήμια εντός και εκτός Ελλάδος και με τους φορείς της αυτοδιοίκησης, της οικονομίας των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας με σκοπό την ενίσχυση της καινοτομίας και της σύνδεσης με την οικονομική ανάπτυξη του τόπου.

Στο ίδιο πνεύμα, θα πρέπει να επανεξεταστεί η σχέση των Σχολών Επιστημών Υγείας, ιδιαίτερα των Ιατρικών Σχολών, με το Υπουργείο Υγείας και με τα Πανεπιστημιακά Νοσοκομεία, καθότι συνεισφέρουν σημαντικά στην παροχή υψηλού επιπέδου και σύγχρονες υπηρεσίας υγείας στους κατοίκους τόσο των μεγάλων αστικών κέντρων όσο και της περιφέρειας.

Ειδικότερα, το καθεστώς των σχέσεων των Ιατρικών και Οδοντιατρικών Σχολών και των Καθηγητών που υπηρετούν σε αυτές, που έχει σε όλο τον κόσμο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, δεν πρέπει να δημιουργεί διαφοροποιήσεις από τις αντίστοιχες σχέσεις των Καθηγητών σε όλες τις άλλες σχολές. Ενδεικτικά, η αλλαγή του καθεστώτος της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) δεν μπορεί ούτε επί της αρχής να συζητηθεί, παρά μόνο αν καταργηθούν οι προνομιακές χρηματοδοτήσεις της από το Υπουργείο Υγείας και τηρηθούν για το προσωπικό της οι ίδιες διαδικασίες ανοιχτών κρίσεων που ισχύουν για όλους τους Καθηγητές ΑΕΙ.

Ο Χάρτης της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας

Η Ελληνική ανώτατη εκπαίδευση αναπτύχθηκε χωρίς συγκεκριμένη στρατηγική και σχέδιο, αλλά με ad hoc αποφάσεις που εξυπηρετούσαν ανάγκες του πελατειακού πολιτικού συστήματος όλου του πολιτικού φάσματος. Το σχέδιο «Αθηνά» ήταν μια ευκαιρία να αρχίσει ο εξορθολογισμός του συστήματος. Δυστυχώς, η ευκαιρία αυτή χάθηκε και εν τέλει διαστρεβλώθηκε από τις μικροπολιτικές και πελατειακές πρακτικές και κυρίως την έλλειψη συγκεκριμένου στρατηγικού σχεδίου και ξεκάθαρης πολιτικής βούλησης από την τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αλλά και συνολικά από την τότε Κυβέρνηση.

Επαναδιατυπώνουμε την ανάγκη αναδιάταξης του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης με βάση αναφοράς την αρχή της “ακαδημαϊκής βιωσιμότητας” και της σύγχρονης ανάπτυξης του ελληνικού  ακαδημαϊκού συστήματος. Στην αναδιάταξη αυτή πρωταγωνιστικό και αποφασιστικό ρόλο πρέπει να αναλάβουν τα ίδια τα ΑΕΙ. Η ΠΟΣΔΕΠ υποστηρίζει ότι θα πρέπει να γίνει ξανά μια προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου Χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, με διακριτούς και αλληλοσυμπληρούμενους ρόλους για τα ΑΕΙ και τα Ερευνητικά Κέντρα.

Η λειτουργία της ΠΟΣΔΕΠ

Την  τελευταία τετραετία, λόγω συντεχνιακών λογικών, αδιαφορίας για το μέλλον της Ομοσπονδίας (παρά τα περί του αντιθέτου διατυμπανιζόμενα)  και σκοπιμοτήτων ορισμένων παρατάξεων, η λειτουργία της Ομοσπονδίας δεν ήταν ικανοποιητική με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει την παρέμβαση που θα μπορούσε να έχει στις πανεπιστημιακές εξελίξεις.  Μικροπαραταξιακές σκοπιμότητες και  προσωπικές φιλοδοξίες κατέστησαν μάλιστα αδύνατη τη συγκρότηση του Προεδρείου της Ομοσπονδίας την τελευταία τριετία υποβαθμίζοντας το κύρος και την λειτουργική ικανότητα της ομοσπονδίας φέροντας την ουσιαστικά στο χείλος της ανυποληψίας παλιότερων εποχών. Είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία 4ετία η ΠΟΣΔΕΠ έγινε δεκτή μόνο 3 φορές από Υπουργό Παιδείας.

Πέρα από την ανυποληψία και αδυναμία ουσιαστικής παρέμβασης στα πανεπιστημιακά πράγματα είχαμε ως συνέπεια της κακής λειτουργίας της Ομοσπονδίας:

- την αδρανοποίηση της στέρεης, ισχυρής, βαθύτατα ειλικρινούς συμμαχίας (πρωτοφανούς στα χρονικά ύπαρξης των τριών Ομοσπονδιών) της ΠΟΣΔΕΠ με τις άλλες Ομοσπονδίες του χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, που με πολύ κόπο είχε οικοδομηθεί μετά το 2009 και είχε επιδράσει καθοριστικά σε όλα τα μεγάλα θεσμικά και άλλα γεγονότα, που συνέβησαν εκείνη την περίοδο.

- Την προβληματική εκπροσώπηση της Ομοσπονδίας από ομάδες και άτομα, που χρησιμοποιούσαν το όνομα  της  ΠΟΣΔΕΠ -κατ’ επέκταση την υπόληψη, την αξιοπρέπεια, το κύρος και τη βαρύτητα των ακαδημαϊκών λειτουργών-  χωρίς να δίνουν αναφορά σε κανένα.

- Το σημαντικότερο, την αδυναμία παραγωγής νέου πολιτικού ακαδημαϊκού λόγου, συλλογικά από την Ομοσπονδία, είτε για νέα θέματα που η ίδια όφειλε να  αναδείξει είτε για ανοικτά θέματα, που απαιτούσαν σοβαρές παρεμβάσεις.

Η  ενδυνάμωση και ουσιαστικοποίηση της λειτουργίας της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να είναι προτεραιότητα μας την ερχόμενη διετία, έτσι ώστε αυτή να εκπροσωπεί πραγματικά τους πανεπιστημιακούς λειτουργούς με αξιοπρέπεια, να διεκδικεί τα οικονομικά και θεσμικά μας αιτήματα με τεκμηριωμένες θέσεις, με αποτελεσματικότητα και με μαχητικότητα απέναντι στην κεντρική εξουσία. Για να μπορέσει η Ομοσπονδία να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να ανακτήσει το κύρος που της αρμόζει, για να μπορέσει να διεκδικήσει αποτελεσματικά η ΠΟΣΔΕΠ για τα μέλη της τα δικαιώματά τους, είναι βασικό να συγκροτηθεί το όργανο διοίκησής της που θα προκύψει από αυτό το συνέδριο με την εκλογή προεδρείου.